γριπηὶς

γρῑπ-ηὶς τέχνη, , art
A of fishing, AP6.223 (Antip.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γριπηίς — γριπηίς, η (Α) [γριπεύς] φρ. «γριπηίς τέχνη» η αλιευτική …   Dictionary of Greek

  • γριπηίς — γρῑπηίς , γριπηίς fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γριπηίδι — γρῑπηίδι , γριπηίς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.